ασάφεια


ασάφεια
η (AM ἀσάφεια, Α και -φία και -φίη) [ασαφής]
η έλλειψη σαφήνειας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀσαφείᾳ — ἀσαφείᾱͅ , ἀσάφεια want of clearness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσάφεια — want of clearness fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασάφεια — η έλλειψη σαφήνειας, σκοτεινότητα: Το γράψιμό του το διακρίνει μια ασάφεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ασάφεια — [асафиа] ουσ. Θ. неясность, неопределенность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀσαφείας — ἀσαφείᾱς , ἀσάφεια want of clearness fem acc pl ἀσαφείᾱς , ἀσάφεια want of clearness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαφειῶν — ἀσάφεια want of clearness fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαφείαις — ἀσάφεια want of clearness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαφείης — ἀσάφεια want of clearness fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσάφειαν — ἀσάφεια want of clearness fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προψελλίζω — Α ψελλίζω κάτι προηγουμένως, μιλώ με ασάφεια πριν από κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ψελλίζω «μιλώ, εκθέτω κάτι με ασάφεια»] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.